• Αρχική
  • Η Ιστορία
  • Έργα Ανθρώπων
  • Έργα Φύσης
  • Πολιτισμός
  • Νέα
  • Ασχολίες

  • Η Γεωργία Σήμερα
  • Η Κτηνοτροφία Σήμερα
  • Η Γεωργία Παλιά
  • Η Κτηνοτροφία Παλιά
  • Παλιές Ασχολίες Γυναικών
  • Το Καζάνι - Τα Τσίπουρα
  • Συναιτερισμός

Η Γεωργία σήμερα - ετοιμάζεται

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η κτηνοτροφία σήμερα - ετοιμάζεται

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το όργωμα στα παλιά χρόνια

Το όργωμα γινόταν στην αρχή μόνον με τα βόδια. Κάθε γεωργός για να θεωρείται νοικοκύρης έπρεπε να έχει ένα ζευγάρι βόδια. Όσοι ήταν φτωχοί και είχαν μόνο ένα βόδι, έπρεπε να βρουν έναν σύντροφο. Έτσι έκαναν σύμπραξη με κάποιον άλλον, συνήθως συγγενή τους, που είχε και εκείνος ένα βόδι και έκαναν το ζευγάρι.
Για τα βόδια έμπαινε ειδικός βοσκός, ο γελαδάρης, τον οποίο πλήρωναν οι γεωργοί ανάλογα με τα ζώα που είχαν. Κάθε πρωί σε ένα συγκεκριμένο μέρος του χωριού μάζευε τα βόδια από όλους τους νοικοκυραίους και τα πήγαινε για βοσκή. Το βράδυ τα επέστρεφε στο χωριό. Όταν έφταναν έξω από το χωριό κάθε βόδι έπαιρνε μόνο του το δρόμο για την αχυρώνα του. Οι αχυρώνες ήταν συνήθως δίπλα από τα σπίτια.
Όταν ερχόταν ο καιρός του οργώματος, οι γεωργοί πήγαιναν με τα βόδια στο χωράφι. Τα εργαλεία για το όργωμα τα φόρτωναν στο γαϊδούρι. Στο χωράφι έζευαν τα βόδια. Το ζέψιμο των βοδιών ήταν μια ολόκληρη διαδικασία. Έβαζαν πρώτα τα ζώα δίπλα δίπλα και τα έδεναν με στο ζευγά* (ζυγό) με τις Ζεύλες. Ύστερα περνούσαν το αλέτρι με το υνί. Σχεδίαζαν τους όργους. ΄Έπαιρναν την αξιάλι* στο ένα χέρι και με το άλλο κρατούσαν το αλέτρι. Όταν όλα ήταν έτοιμα, έκαναν το σταυρό τους και έδινα την εντολή στα βόδια, να ξεκινήσουν το όργωμα. Η μέρα θα ήταν κοπιαστική.
Όταν τελείωνε το όργωμα άρχιζε η σπορά. Ο ζευγωλάτης, έσπερνε με τα χέρια. Έβαζε το σπόρο, σε έναν ειδικό τουρβά (σποριά). Ακολουθούσε μια αυλακιά και με το χέρι σκορπούσε το σπόρο. Για κάθε οργιά (τρία βήματα) και μια χούφτα σπόρο. Στη συνέχεια χρησιμοποιούσε πάλι το ζευγάρι για να περάσει με τη σβάρνα όλο το χωράφι για να σκεπάσει το σπόρο.
Τελειώνοντας, σήκωνε το κεφάλι ψηλά, κοιτούσε το θεό και τον ήλιο. Έπρεπε να πάει τα βόδια στη βρύση για νερό και από εκεί στο βουνό. Εκεί θα τα άφηνε ελεύθερα να βοσκήσουν και να ξαποστάσουν. Θα τα έπαιρνε πάλι θα πήγαινε σε άλλο χωράφι για όργωμα.
Το αλέτρι με το ζευγά (ζυγό), τις ζεύγλες και το υνί και Γερμανός σιδερένιος

Ο γερμανός χρησιμοποιήθηκε όταν άρχισαν οι γεωργοί να οργώνουν με άλογα ή μουλάρια. Τα άλογα ή τα μουλάρια δεν χρειάζονταν να είναι ζευγάρι. Το όργωμα γινόταν και με ένα μόνο ζώο.
Λεξιλόγιο
Αλέτρι: Εργαλείο για το όργωμα. Αποτελούνταν από πολλά μέρη.
Κοντούρι: Το αλέτρι χωρίς το ζευγά και την προέκταση. Είχε μια λαβή από την οποία ο γεωργός καθοδηγούσε το υνί. Κατέληγε στο υνί.
Υνί: Σηδερένιο μυτερό εργαλείο, για να μπαίνει βαθιά μέσα στο χώμα και να το σκάφτει.
Ζευγάς: Από το ζευγά με τον οποίο ζευγάρωναν τα βόδια οι γεωργοί όταν οργώνουν λέγονται ζευγωλάτες.
Ζεύλες: Ζευγάρια από σιδερένιες ράβδους, για να δένει το λαιμό των βοδιών με το ζευγά.
Αξιάλι: Λέξη ομηρική. Μακρύ ξύλο με μύτη στην άκρη. Με αυτή κέντριζαν τα βόδια. Με την αξιάλι μετρούσαν και τις ώρες. Γνωστή η φράση για όσους αργούν να ξυπνήσουν "ο ήλιος ανέβηκε δυο αξιάλες ψηλά και σύ ακόμα κοιμάσαι;".
Γερμανός: Σιδερένιο είδος αρότρου.
Σβάρνα: Εργαλείο για το σκέπασμα του σπόρου και το σπάσιμο των σβώλων.
Όργος Μονάδα μέτρησης για το χωρισμό του χωραφιού σε τμήματα
Οργιά: Μία μονάδα όργου (περίπου τρία βήματα)
Σποριά: Ειδικό σακίδιο για τη σπορά.

Το θέρισμα παλιά

Λιλέκια (δρεπάνια) και παλαμαριές

Το καλοκαίρι, από τον Ιούνιο και μετά, άρχιζε η διαδικασία του θερίσματος. Πρώτα η βρώμη και το κριθάρι που ωρίμαζαν νωρίς. Κατόπιν η βρίζα. Τελευταίο έμενε το σιτάρι.
Το θέρισμα ξεκινούσε από ένα μέρος του χωραφιού. Εκεί όλοι όσοι συμμετείχαν στο θέρισμα έμπαιναν στη σειρά και έπαιρναν τον όργο τους. Κάθε χεροβολιά την τοποθετούσαν πάνω στις καλαμιές. Οι μικρότεροι που ακολουθούσαν, τα έκαναν σωρούς. Πίσω από τους μικρούς ακολουθούσε αυτός που έδενε τα δεμάτια. Μαζί του πάντα είχε και έναν βοηθό. αυτός έβρεχε τα χερόβολα της βρίζας και τα χώριζε σε μικρά τμήματα τα οποία έδινε στον δέτη των δεματιών. Το δέσιμο των δεματιών ήταν τέχνη. Γινόταν με αυτοσχέδιο σχοινί από καλάμι βρίζας. Έβρεχαν το χερόβολο της βρίζας για να μαλακώσει το καλάμι και στη συνέχεια το χρησιμοποιούσαν για το δέσιμο του δεματιού. Για το δέσιμο του δεματιού χρησιμοποποιούσαν τον κλέτσιο. Μ΄ αυτόν στριφογύριζαν το σχοινί, που έδεναν το δεμάτι. Το δεμάτι έπρεπε να μη λύνεται εύκολα. Τέχνη ήταν επίσης και να δένονται ισοβαρή δεμάτια. Όταν δενόταν τα δεμάτια τα μετέφεραν σε ένα μέρος του χωραφιού και έκαναν τη δεματαριά. Αργότερα θα μεταφέρονταν με τα ζώα στο χώρο που γινόταν οι θημωνιές.
Η μεταφορά των δεματιών ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση, αν και συνήθως την αναλάμβαναν παιδιά. Αν ο δέτης δεν είχε μεγάλη εμπειρία και το βάρος των δεματιών δεν ήταν ισοβαρές, στο δρόμο πάντα γυρνούσε το σαμάρι από το γαϊδούρι ή το άλογο και άρχιζε έτσι μεγάλος μπελάς. Ειδικά αυτά τα γαϊδούρια, όπου έβρισκαν επικίνδυνο μέρος εκεί έβρισκαν και έγερναν. Ποιος δεν τρόμαξε να περάσει φορτωμένος δεμάτια τη χαλασμένη στράτα.
Λεξιλόγιο
Όργος: Τμήμα του χωραφιού, σειρές από αυλακιές.
Χειρόβολιά: Το μάτσο από το σιτάρι που θέριζαν όσο έπιανε ο θεριστής με την παλαμαριά.
Χειρόβολο: Το δεμάτι από βρίζα. Ήταν μικρότερο σε όγκο από του σταριού.
Δεμάτι: Πολλές χεροβολιές μαζί έκαναν ένα δεμάτι.
Δεματαριά: Πολλά δεμάτια μαζί, όρθια βαλμένα, έτοιμα για μεταφορά.
Κλέτσιος: Ξύλινο εργαλείο για το δέσιμο των δεματιών.

Το αλώνισμα παλιά

Η κατασκευή θημωνιάς
Μετά το θέρισμα του σταριού, οι γεωργοί έκαναν τα δεμάτια. Το δέσιμο των δεματιών γινόταν με αυτοσχέδιο σχοινί από καλάμι βρίζας. Έβρεχαν το χερόβολο της βρίζας για να μαλακώσει το καλάμι και στη συνέχεια το χρησιμοποιούσαν για το δέσιμο του δεματιού. Για το δέσιμο του δεματιού χρησιμοποιούσαν το φυσικό σχοινί από καλάμι βρίζας και ένα εργαλείο το κλέτσιο για να το στριφογυρίζουν και να το δένουν.
Τα δεμάτια μεταφέρονταν σε συγκεκριμένα μέρη πρώτα μέσα στο χωράφι όπου έκάναν τις δεματαριές και στη συνέχεια στο χώρο, όπου όλοι μαζί οι χωριανοί, έφτιαχναν κοντά κοντά τις θημωνιές. Οι θημωνιές είχαν σχήμα κυλινδρικό με έναν κώνο στην κορυφή. Όταν συγκέντρωναν τα δεμάτια από όλα τα χωράφια, ήταν έτοιμοι να αρχίσουν το αλώνισμα.


Αλώνισμα με τα βόδια και με άλογα

Το αλώνισμα ήταν η στιγμή της χαράς. Ο νοικοκύρης και η οικογένεια θα έπαιρναν τους καρπούς του κόπου όλης της χρονιάς. Μια διαδικασία που άρχισε από το όργωμα, το θέρισμα και τη μεταφορά θα τελείωνε.
Στη μέση του αλωνιού έμπηγαν έναν στύλο. Από εκεί έδεναν τα βόδια ή τα άλογα για να περιφέρονται μέσα στο αλώνι. Έπειτα καθάριζαν το αλώνι και έστρωνα τα δεμάτια. Ζευγάρωναν τα βόδια ή τα άλογα, τα έδεναν στον κεντρικό στύλο και όλα ήταν έτοιμα. Ένας νεαρός ή μια νεαρή κοπέλα, θα αναλάμβανε να οδηγεί τα ζώα γύρω από το αλώνι. Τα ζώα με το πάτημά τους έτριβαν το στάχυ και άρχιζε η διαδικασία να ξεχωρίζει ο σπόρος. Όταν τελείωνε το πάτημα, άρχιζε η διαδικασία του λιχνίσματος.
Το λίχνισμα γινόταν με τα δικράνια. Όταν ξεχώριζε το άχυρο από τον καρπό, χρησιμοποιούνταν σιγά σιγά τα καρπολόγια.
Όταν πια καθάριζε το σιτάρι, η βρίζα, το κριθάρι, η βρώμη από τα άχυρα, για να φύγουν τα υπόλοιπα άγανα χρησιμοποιούσαν το δερμόνι. Άρχιζε το δερμόνιασμα και από εκεί καθαρός πλέον ο σπόρος έμπαινε σε τσουβάλια για να γίνει η μεταφορά του στις αποθήκες.
Το άχυρο το έβαζαν σε δίχτυα και το κουβαλούσαν για να το αποθηκεύσουν στις αχυρώνες, όπου θα παρέμεινε μέχρις ότου χρησιμοποιηθεί το χειμώνα για τροφή των ζώων.
Το λίχνισμα στην αρχή με δικράνια και στο τέλος με καρπολόι

Εργαλεία για το αλώνισμα

Ο τρόπος αυτός του αλωνίσματος συνεχίστηκε και μετά τον ερχομό της πατώζας, για προϊόντα όπως το κριθάρι, η βρώμη, το καραμποτσιάκι και το ρόβι.
Λεξιλόγιο
Θημωνιά: Ειδική κωνική κατασκευή με δεμάτια.
Δεματαργιά: Μικρή θημωνιά στο χωράφι.
Δεμάτι: Δέμα από το προϊόν.
Χειρόβολο: Δέμα βρίζας.
Κλέτσιος: Εργαλείο για να δένουν τα δεμάτια.
Λίχνισμα: Εργασία για να ξεχωρίσουν το άχυρο και τα άγανα από τον καρπό.
Δικράνι: Εργαλείο για λίχνισμα στην αρχή, για να ξεχωρίσουν τα άχυρα.
Καρπολόγι: Εργαλείο για λίχνισμα, στο τέλος, όταν είχαν φύγει τα πολλά άχυρα.
Δερμόνι: Εργαλείο για να ξεχωρίσουν τα άγανα από τον καρπό.
Άχυρο: Το υπόλειμμα του καλαμιού.
Άγανο: το υπόλειμμα του σταχυού.
Πατώζα: Αλωνιστική μηχανή, πριν τις θεριζοαλωνιστικές.

Η κτηνοτροφία παλιά

Τα μαντριά και οι βοσκότοποι
Η προστασία των ζώων το χειμώνα ήταν ένα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο παλιός τσέλιγκας ή τσομπάνης.
Το χειμώνα για τα γίδια τα μαντριά γινόταν σε μέρη απάνεμα. Ένα μικρό μέρος του μαντριού ήταν σκεπασμένο. Αυτό χρησιμοποιούνταν για τα μικρά ζώα και τις νεογέννητες μάνες. Το υπόλοιπο μέρος, το στειρομάντρι, ήταν μόνο με περίφραξη από σάλωμα (καλάμια βρύζας), με κλίση για να δημιουργεί χώρο που δεν θα έπιανε χιόνι. Εκεί περνούσαν τα γίδια τις μπόρες και τις βροχές, τα χιόνια και τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
Δίπλα από το μαντρί, βρισκόταν η καλύβα του τσομπάνη. Αυτή είχε σχήμα κόλουρου κώνου. Η βάση της ήταν περίπου με ακτίνα δύο μέτρων. Στη μέση βρισκόταν η εστία. Η εστία ήταν ελαφρά σκαμμένη και γύρω της είχε πλάκες, για να προστατεύει την καλύβα από πιθανή φωτιά. Δεξιά και αριστερά ήταν τα κρεβάτια. Τα κρεβάτια ήταν ξύλινα, με στρώμα από άχυρο. Για σκέπασμα χρησιμοποιούνταν την κάπα και το ταλαγάνι, σε πολύ λίγες καλύβες μπορούσε να βρεις και τσέργες σκεπάσματα από γδόμαλο (μαλί γίδας).
Μέσα στην καλύβα διέκρινες τη Ντραγατσίκα, το Δερμάτι, τον Τυροφάη, το Π(ι)νάκι, τη Γκούπζα, το Παγούρι.
Το χειμώνα κύριο πρωινό του τσομπάνη ήταν η κουλιάστρα (από γάλα νεογέννητης γίδας) ή η παπάρα (γάλα με τριμμένο ψωμί).
Μαζί του έπαιρνε τυρί ή ξυνοτύρι στον τυροφάη και το ξυνόγαλο στο δερμάτι, ενώ σπάνια μαζί του έπαιρνε και φαγητό.
Για στήριγμα μαζί τους είχαν πάντα την Κλούτσα (γκλίτσα) ή τη φούρκα (διχαλωτό ξύλο).
Το καλοκαίρι τα γίδια δεν επέστρεφαν το βράδυ στο μαντρί. Κοιμόταν σε ένα μέρος που το έλεγαν αγρέκι. Νωρίς το πρωί ο τσοπάνης τα κινούσε για το σκάρο. Το μεσημέρι τα γίδια ή τα πρόβατα επέστρεφαν στο στάλο. Εκεί έμεναν την ώρα του μεσημεριού. Πολλούς στάλους τους σκέπαζαν από πάνω και τους ονόμαζαν τσιαρδάκι. Η αρμηγή γινόταν στη στρούγκα. Η στρούγκα και ο στάλος ήταν συνήθως μαζί.
Οι βοσκότοποι στο χωριό ήταν δύο. Η Φουργακλιά και η Τσιτσιούλα με το πουρνάρι. Εκεί πήγαιναν τα γίδια οι κτηνοτρόφοι το χειμώνα και νωρίς την άνοιξη όταν έβγαινε το ξυφύλι (νέοι βλαστοί πορναριού). Όταν άνοιγε το κλαδί μετακινούνταν και πήγαιναν στον Αη Λιά και στον Αρκουδόλακκα.
Λεξιλόγιο
Μαντρί: Αχυρένια κατασκευή για το ξεχειμώνιασμα των ζώων.
Στειρομάντρι: Ανοιχτό μαντρί, για τα στείρα ζώα
Καλύβα: Κατασκευή για να διαμένει και να κοιμάται ο τσομπάνης.
Τσιαρδάκι: Μεσημβρινό σκεπασμένο κατάλυμα.
Αγρέκι: Νυχτερινό κατάλυμα.
Στρούγκα: Μέρος για το άρμεγμα.
Κάπα: Μάλλινο πανωφόρι (από μαλλί γίδας), χωρίς μανίκια.
Ταλαγάνι: Μάλλινο ένδυμα με κατσιούλα και μανίκια.
Τσέργα: Μάλλινο σκέπασμα, κατασκευασμένο από μαλλί γίδας.
Κλούτσα: Η γκλίτσα.
Φούρκα: ύλο με V στην κορυφή.
Ντραγατσίκα: (είδος τουρβά από δέρμα ζώων), μέσα στη δραγατσίκα συντηρούσαν το ψωμί αλλά έβαζαν και τα μικρότερα πράγματα.
Δερμάτι: (μικρότερο από τη δραγατσίκα) μέσα στο δερμάτι υπήρχε το ξυνόγαλο. Τυροφάης: μέσα στον οποίο έβαζαν το ξυνοτύρι ή το τυρί.
Π(ι)νάκι: μέσα στο οποίο έβαζαν το φαγητό, ασφάλιζε πολύ καλά από πάνω με ξύλινο καπάκι.
Γκούπζα: η οποία ήταν μια ξύλινη σουπιέρα.
Παγούρι: μέσα στο οποίο έβαζαν νερό.

Τα ονόματα των ζώων Οι κάτοικοι του χωριού, όπως και όλης της περιοχής, για να ξεχωρίζουν τα ζώα τους από τα άλλα κοπάδια έκαναν σημάδια στα αυτιά. Επίσης για να τα ξεχωρίζουν από τα άλλα ζώα τους και να τα φωνάζουν χρησιμοποιούσαν διάφορα ονόματα. Τα ονόματα τα έδιναν κυρίως από το χρώμα τους και τα κέρατά τους ανάλογα με το είδος των ζώων. Άλλα ονόματα είχαν για τα γίδια, άλλα για τα πρόβατα, άλλα για τα βόδια και τις αγελάδες. Πιο πλούσια σε ονόματα ήταν τα γίδια.
Τα μεγάλα κοπάδια τα χώριζαν σε δύο μικρότερα.
Τα στείρα - αυτά που δεν είχαν γεννήσει μαζί με τα βητούλια και τα τραϊά.
Τα γαλάρια - όσα είχαν γεννήσει και τώρα τα άρμεγαν.
Κάθε νοικοκύρης έκανε έναν συνδυασμό από σημάδια στα αυτιά, που ήταν ο μοναδικός. Όλοι ξέρανε, όταν έβρισκαν ένα χαμένο ζώο, ποιανού ήτανε. Τα σημάδια μπαίνανε στο ίδιο ή σε διαφορετικά αυτιά.
Τα σημάδια αυτά ήταν, τα εξής:
Κόκα, τοξωτό κόψιμο.
Κουτσιόφκου, ευθύ κόψιμο στην άκρη.
Ξουραφιά, λοξό κόψιμο.
Σκίζα, σχίσιμο.
Φούρκα, διχαλωτό κόψιμο.
Ονόματα για τα γίδια με βάση το χρώμα.
Η ονομασία των ζώων με βάση το χρώμα ήταν κοινή για όλους. έτσι όλοι λέγανε:
Φλώρα, η άσπρη.
Γκόρμπα, η μαύρη.
Ρούσα, η κόκκινη.
Κανούτα, η καφεκόκκινη.
Γκεσοκάνωτη, την κανούτα με καφε-μαύρο.
Ασπροκάνωτη, την κανούτα με καφέ-άσπρο
Ψαριά, τη γκρίζα
Πέστρα, αυτή που είχε μια άσπρη γραμμή κάτω στην κοιλιά.
Ποδαρούσια, αυτή που είχε κόκκινα χρώμα στα πόδια.
Μαυροκέφαλη, φλώρα γίδα με μαύρο κεφάλι.
Μπάλια, είχε ένα άσπρο στο μέτωπο.
Παρδαλή, η πολύχρωμη.
Γκέσα, αυτή που είχε στο πρόσωπο και πάνω στα φρύδια καφέ-κόκκινο χρώμα.
Ασπρόγκεσα, αυτή που είχε στο πρόσωπο και πάνω στα φρύδια καφέ-άσπρο χρώμα.
Μούσκρια, με μουτζουρωμένο πρόσωπο από σημάδια ή μαύρο πρόσωπο με άσπρα αυτιά.
Μπάρτζα, με καφε-κόκκινα μάγουλα.
Μαρτζελάτη, αυτή πυυ είχε μαρτζέλια. Μαρτζέλια είναι τα φυσικά σκουλαρίκια που κρέμονται στις γίδες από το κάτω σιαγόνι.
Ονόματα για τα γίδια με βάση τα κέρατα.
Τσαπούλου, με μυτερά κέρατα,
Σιούτα, χωρίς κέρατα.
Τσιούγκα, με σπασμένο το κέρατο.
Πισωκέρατη, με τα κέρατα πίσω.
Ονόματα για τα πρόβατα με βάση το χρώμα.
Μπέλα, η άσπρη.
Λάια, η μαύρη.
Παρδαλή, ασπρόμαυρη.
Καλέσα, με καφέ γύρω από τα μάτια και καφέ αυτιά.
Καραμπάσα, με καφέ ή μαύρο πρόσωπο.
Κουρνούτα, με κέρατα.
Τσιούλα, με μικρά αυτιά.
Για τα γίδια ανάλογα με την ηλικία τους είχαν ονόματα
Κατσίκι, το νεογέννητο.
Βητούλι, το κατσίκι μετά το εξάμηνο..
Ξιχμάδι, το κατσίκι μετά το χρόνο.
Μπλιόρι, το ζώο του ενός έτους.
Στριφάδι και στριφόιδα, αυτή που έχασε το μικρό της στη γέννα.
Γίδι, το θηλυκό ενήλικο, μετά την τρίτη γέννα.
Τρα(γ)ί, το αρσενικό ενήλικο.
Γκισέμι, το τρα(γ)ί που το τσιουκάλτσαν (στείρωσαν).
Για τα πρόβατα ανάλογα με την ηλικία τους είχαν ονόματα
Αρνί, το νεογέννητο.
Σγούρι, το ζώο του ενός εξαμήνου.
Ξιχμάδι, το αρνί μετά τον πρώτο χρόνο ως ότου γεννήσει
Μπλιόρι μπλιόρα, το αρσενικό και το θηλυκό αντίστοιχα των δύο χρόνων.
Στριφάδι, το θηλυκό που έχασε το μικρό της στη γέννα.
Προβατίνα, το θηλυκό ενήλικο, μετά την τρίτη γέννα.
Κριάρι, το αρσενικό ενήλικο.
Ανάλογα με τα μαστάρια (βυζιά) και το πόσο εύκολα αρμέγονταν
Τσιπροβύζα αυτή που δύσκολα αρμέγονταν (είχε μικρή ρόγα)
Καλαμοβύζα αυτή που εύκολα αρμέγονταν (είχε μεγάλη ρόγα)
Μακρυβύζα αυτή που είχε μεγάλα μαστάρια.
Τσαγιάδα αν δεν είχε δικό της κατσίκι
Προστυλάρα αν βύζανε ξένα κατσίκια.
Για τα βόδια
Μοσχάρι, το νεογέννητο αρσενικό και θηλυκό.
Δαμάλι, το αρσενικό μικρό μέχρι γίνει βόδι.
Δαμάλα, το θηλυκό μικρό μέχρι να γίνει αγελάδα.
Αγελάδα, το θηλυκό.
Βόδι, το αρσενικό.
Όταν τα ζώα κάνουν έρωτα λέμε: Για τη γίδα και το τραΐ = προυτσιαλνούνται
Για την προβατίνα και το κριάρι = μουρκαλνιούνται
Για τις αγελάδες και τα δαμάλια = σέρνουν
Για τη γαϊδούρα και το γαϊδούρι = βαρβατεύονται
Για τη φοράδα και το άλογο = βαρβατεύονται
Για τη σκύλα και το σκύλο = σκλέβουντι
Για τα σκρόφα και το καπρί = βουρίζουν
Τα ονόματα των κουδουνιών
Για να ακούν τα ζώα τους από μακριά, αλλά και για να ακολουθούν το κοπάδι τα υπόλοιπα ζώα χρησιμοποιούσαν κουδούνια. Τα κουδούνια τα κρεμούσαν στο λαιμό των ζώων με ξύλινα στεφάνια, τα οποία κατασκεύαζαν οι ίδιοι. Στο ξύλινο στεφάνι στηριζόταν το κουδούνι με την κλάπα. Κάθε κοπάδι είχε τους δικούς του συνδυασμούς ήχων. Για κάθε είδος ζώων χρησιμοποιούσαν διαφορετικά κουδούνια.
Για τα γίδια είχαν πλούσια γκάμα κουδουνιών

Το Οκάρκο το μεγάλο κουδούνι το οποίο κρεμούσαν στο γκισέμι (τραγί τσιουγκαλισμένο)
Το Μισοκάρκο το κρεμούσαν σε άλλα γκισέμια ή τραιά
Το Διπλοκύπρι και την κλάγκσα τα κρεμούσαν σε στείρα γίδα
Το Κυπρί, τη φλαγκάνα και το γαλαροκύπρι τα κρεμούσαν σε γαλάρα γίδα.
Το Κυπρούλι, το τσιφοτούλι και το φλαγκανάρι το κρεμούσαν, στα μπλιόρια, στα βετούλια και στα κατσίκια.
Για τα πρόβατα τα κουδούνια ήταν λιγότερα
Το Οκάρκο το μεγάλο κουδούνι (το έβαζαν στο πιο δυνατό κρυάρι)
Το Κουδούνι το έβαζαν σε πολύ γερή προβατίνα που έπαιζε και το ρόλο της γυναίκας ηγέτης του οπαδιού.
Το Τσιουκάνι στις γερές προβατίνες.
Το Τσιουκανούλι το έβαζαν στα σγιούρια και στα αρνιά.
Για τα βόδια είχαν την τράκα και το τρακούλι.

Το γαλομέτρημα, το άρμεγμα και η στρούγκα
Επειδή πολλά κοπάδια την άνοιξη τα έσμιγαν σε μεγαλύτερα και έπρεπε ο κάθε νοικοκύρης να πάρει το αντίστοιχο με την παραγωγή του, γινόταν το γαλομέτρημα (το μέτρημα του γάλατος για τον καθέναν). Αυτό γινόταν κάθε μήνα το Μάρτη, το Μάη και τον Ιούνιο. Μαζεύονταν όλοι οι ιδιοκτήτες των ζώων του κοπαδιού και άρμεγαν ο καθένας τα δικά του ζώα. ανάλογα με το ποσοστό επί του συνόλου θα ήταν και το μερίδιο από την παραγωγή του μήνα.
Το γαλομέτρημα ήταν γιορτή. Εκεί μαζεύονταν όλες οι οικογένειες με τα μικρά τους. Έψηναν αρνιά ή κατσίκια, έκαναν πίτες, ρυζόγαλο και άλλα γλυκά. Την ώρα του γαλομετρήματος οι άνδρες άρμεγαν, οι γυναίκες ετοίμαζαν τα φαγητά και οι μικροί λαλούσαν (χτυπούσαν τα ζώα για να περάσουν για την αρμηγή αλλά και φρόντιζαν να μην φύγουν). Το τι φωνές άκουγαν οι μικροί αν τους έφευγε κάποιο ζώο δε λέγεται. Ειδικά τη μέρα του γαλομετρήματος. Όταν κάποιο ζώο έφευγε άρμεχτο, το έπιαναν μετά την αρμηγή με την κλούτσα και το άρμεγαν.
Για το μέτρημα του γάλατος χρησιμοποιούσαν την οκά και υποδιαιρέσεις όπως το μισό, το καραφάκι και το καυκί.
Το άρμεγμα γινόταν σε υπαίθριες στρούγκες. Η στρούγκα ήταν φτιαγμένη από κλαδιά κάτω από τα πλατάνια ή τις βελανιδιές. Ήταν σε σχήμα ελλειπτικού κύκλου με μικρό άνοιγμα μπροστά και μεγάλο άνοιγμα πίσω. Οι αρμεχτάδες καθόντουσαν μπροστά. Άρμεγαν μέσα στα καρδάρια και όταν γέμισαν αυτά τα άδειαζαν στα γκιούμια.
Τελειώνοντας το άρμεγμα, οι μικροί έπαιρναν για τον κόπο τους μια παπάρα γάλα, φτιαγμένη μέσα στη γκούπζα (ξύλινο πιάτο) ή ροφούσαν λίγο αφρό από το άβραστο γάλα στο καρδάρι. Οι μεγάλοι έτρωγαν το φαγητό τους, ετοίμαζαν το φαγητό που θα έπαιρναν μαζί τους, τάιζαν τα σκυλιά. Όση ώρα γινόταν αυτά τα γίδια ή τα πρόβατα παρέμειναν στο στάλο, κοντά στη στρούγκα.
Το γάλα το πουλούσαν στο συνεταιρισμό και για ένα διάστημα θα το κρατούσαν για να φτιάξουν το δικό τους τυρί, το δικό τους ξυνοτύρι. Έτσι έπρεπε καθημερινά δύο φορές τη μέρα να αρμέγουν και να το μεταφέρουν στο χωριό. Το γάλα το έβαζαν σε γκιούμια και η μεταφορά γινόταν με τα ζώα. Στο τυροκομείο γινόταν η συνάντηση όλων. Εκεί αντάλλασσαν κουβέντες, μάθαιναν τα νέα από τους άλλους, μιλούσαν για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
Λεξιλόγιο
Στρούγκα: Το μέρος στο οποίο έμπαιναν τα ζώα για να τα αρμέξουν. Περίφραξη με πουρνάρια ή κλαδιά.
Γαλομέτρημα: Το μέτρημα του γάλατος κάθε συνεταίρου στο κοπάδι για να ορισθεί η αναλογία που θα πάρει από την παραγωγή.
Οκά: Μονάδα μέτρησης
Μισό: Μισή οκά
Καραφάκι: 1/4 της οκάς
Καυκί: 1/10 της οκάς
Γκιούμι: Δοχείο μεταφοράς γάλατος, χωρητικότητας περίπου 20 κιλών.
Γκούμπζα: Ξύλινη σουπιέρα για φαγητό.

Το Κούρεμα
Το κούρεμα, όπως και το γαλομέτρημα ήταν γιορτή για τους κτηνοτρόφους. Από μέρες άρχιζε η προετοιμασία. Πρώτα έπρεπε να ειδοποιηθούν όσοι θα βοηθήσουν στο κούρεμα. Όλοι όσοι δεχόταν το κάλεσμα πήγαιναν. Μετά έπρεπε η νοικοκυρά να φροντίσει για τις πίτες, τα φαγητά, τα γλυκά, αλλά και να φροντίσει για την αποθήκευση του μαλλιού. Ο νοικοκύρης έπρεπε να κάνει το πρόγραμμα. Ποιο τρα(γ)ί θα τσιοκαλήσει (θα κάνει στείρο), ποια τραγιά θα κάνει ειδικό κούρεμα με χαίτη ή αράδες και σε ποιες γίδες. Σε ποια τραγιά και γίδια θα κρεμάσει φέτος τα κουδούνια, τι κουδούνια και τι ήχους θα έχει το κοπάδι. Σε ποιο μέρος θα γίνει το κούρεμα. Ποιους θα καλέσει.
Οι καλεσμένοι χωρίζονταν σε δυο ομάδες, ανάλογα με τη δυνατότητα για γρήγορο και καλό κούρεμα. Οι νεότεροι συνήθως αναλάμβαναν να πιάνουν και να μεταφέρουν τα ζώα. Οι πιο έμπειροι αναλάμβαναν το κούρεμα. Καθένας θα φρόντιζε για το τρόχισμα των ψαλιδιών. Οι γυναίκες αναλάμβαναν τη συγκέντρωση του μαλλιού.
Όταν τελείωνε το κούρεμα άρχιζε η διαδικασία της στείρωσης (τσιουκάλισμα) των τραγιών που θα πωλούνταν το φθινόπωρο στο νιάμερα (πανηγύρι στα Σέρβια) ή θα έπαιζαν το ρόλο του ηγέτη στο κοπάδι (γκισέμι). Για το γκισέμι υπήρχε ειδικό, όμορφο κούρεμα με αράδες. Η επιλογή ήταν του κτηνοτρόφου. Στο γκισέμι θα κρεμούσαν και το πιο μεγάλο κυπρί, το οκάρκο. Ο αργηγός του κοπαδιού επέλεγε και τα γίδια που θα κρεμούσε τα κυπριά. Σε ποιο θα κρεμάσει το κυπρί, σε ποιο τη φλαγκάνα, σε ποιο το φλαγκανάρι και σε ποια το γαλαροκύπρι, σε ποιο το κυπρούλι. Έπρεπε ο ήχος του κοπαδιού να είναι ξεχωριστός, ευχάριστος και να τον γνωρίζει από μακριά.
Ακολουθούσε και η στείρωση των σκυλιών του κοπαδιού. Κάποια σκυλιά, για να τα προστατέψουν, τα στείρωναν. Με τη στείρωση, έπαυαν να ενδιαφέρονται για τις σκύλες και ακολουθούσαν πιο πιστά το κοπάδι.
Μετά αφού έτρωγαν όλοι μαζί και τραγουδούσαν και έλεγαν τις ιστορίες τους, άφηναν το κοπάδι να φύγει.
Το μαλλί, το έπαιρναν, όπως είπαμε οι γυναίκες για να το πλύνουν, να το κάνουν νήμα, ύφασμα ή βελέντζες. Άρχιζε η δικιά τους απασχόληση. Να φτιάξουν τα σκ(ου)τιά, για να ράψουν ρούχα. Να γνέσουν με τη ρόκα, για να κάνουν το μαλλί νήμα, για πλέξιμο με τις βελόνες. Να υφάνουν στον αργαλειό τις βελέντζες.
Παλιές ασχολίες γυναικών
Το ψωμί από την προετοιμασία μέχρι το φούρνισμα
Σκάφη
Τη σκάφη τη χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για να ζυμώνουν το αλεύρι. Το ζύμωμα γινόταν με προζύμι, το οποίο κρατούσαν από τη ζύμη της προηγούμενης φοράς. Χρησιμοποιούσαν και τα φτυάρια για να παίρνουν αλεύρι ή για να σηκώνουν το ψωμί. Για να μπει το ψωμί στο φούρνο έπρεπε πρώτα η νοικοκυρά να κάψει το φούρνο. Έτσι μέχρις ότου το ζυμάρι γίνει (φουσκώσει), εκείνη φρόντιζε να κάψει το φούρνο. Το κάψιμο γινόταν με πουρνάρια. για να καθαριστεί ο φούρνος από τη στάχτη και τα κάρβουνα χρησιμοποιούνταν το φουρναρόπανο.
Όταν η νοικοκυρά ζύμωνε έκανε και ένα ειδικό ψωμί, την πλατύ. Μέσα στην πλατύ συνήθως έβαζαν και λιγάκι τυρί και γινόταν πεντανόστιμη. Η πλατύ ψηνόταν νωρίς και έτσι τα ανυπόμονα παιδιά, που περίμεναν να βγει το ζεστό ψωμί, παίρναν το μερίδιό τους από τις χάρες που έκαναν στη νοικοκυρά. Όλο φέρε ετούτο και κείνο ήταν.
Π(ι)νακωτό

Στο πνακωτό έβαζαν το ψωμί για να πάρει το σχήμα και για να φουσκώσει. Όταν ξεφούρνιζαν έβαζαν πάλι το ψωμί στο πνακωτό για να το μεταφέρουν στο σπίτι.
Η τσιούμα με το στούμπο

Στην τσιούμα οι γυναίκες στούμπιζαν το σιτάρι για τα μνημόσυνα.
Σφραγίδα

Οι σφραγίδα χρησιμοποιούνταν για να σφραγίσουν τις λειτουργιές.

Από το μαλί μέχρι το πλέξιμο.
Η απασχόληση της γυναίκας με τη φροντίδα να μετατρέψει το μαλί σε κλωστή είναι πανάρχαια. Ο Ηρόδοτος αναφέρει το εξής περιστατικό:
Ηρόδοτος Τερψιχόρη
οἳ μὲν δὴ ὄπισθε εἵποντο• ἣ δὲ ἐπείτε ἀπίκετο ἐπὶ τὸν ποταμόν, ἦρσε τὸν ἵππον, ἄρσασα δὲ καὶ τὸ ἄγγος τοῦ ὕδατος ἐμπλησαμένη τὴν αὐτὴν ὁδὸν παρεξήιε, φέρουσα τὸ ὕδωρ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ ἐπέλκουσα ἐκ τοῦ βραχίονος τὸν ἵππον καὶ στρέφουσα τὸν ἄτρακτον.
Το γνέσιμο

Η ρόκα και το αδράχτι

Το αδράχτι με τη σφοντίλα

Το τσικρίκι

Ανέμη
Το άντιασμα
Μια άλλη ασχολία των γυναικών ήταν το Άντιασμα. Έμπήγαν στο έδαφος μικρά παλούκια και περνούσαν το νήμα από το ένα στο άλλο για να το ξεμπερδέψουν. Για τα παιδιά, που έβρισκαν τη χαρά τους να βλέπουν τις γυναίκες μαζεμένες να αντιάζουν το νήμα, απαγορεύονταν να περάσουν από πάνω. Έλεγαν πως αν περάσεις πάνω από το αντί θα συμβεί κάτι κακό. το πίστευαν και κείνες μάλλον γιατί όσες φορές το κάναμε μας έβαζαν να κάνουμε την αντίστροφη πορεία και έτσι εμείς ξαναπερνούσαμε πάνω από το Αντί.

ο αργαλειός

Ο αργαλειός - Γυναίκα υφαίνει στον αργαλειό
Κάθε σπίτι είχε τον αργαλειό του. Με τον αργαλειό η γυναίκα έφτιαχνε βελέντζες, ύφασμα για ρούχα και άλλα στρώματα για το σπίτι ή για την προίκα της κόρης. Ήταν η πιο αγαπημένη ασχολία των γυναικών.

Το καζάνι και τα τσίπουρα Τα τσίπουρα
Το τσίπουρο και το κρασί είναι η πληρωμή στον κόπο των αμπελουργών. Οι Δελνιώτες ασχολήθηκαν, από πολύ παλιά, με την παραγωγή του τσίπουρου (ρακής). Η Ρακί από το Δέλινο είναι φημισμένη στην περιοχή. αν βρεθείτε στα καφενεία του χωριού μην ξεχάσετε να παραγγείλετε ένα τσίπουρο, συνδυασμένο με μεζέ από ντόπιο ξυνοτύρι. Θα σας μείνει αξέχαστο και μάλλον θα μπείτε στον πειρασμό να αγοράσετε και τα δύο αυτά προϊόντα. Είναι λιγάκι δύσκολο, αν δεν έχετε στο χωριό φίλους να σας πουλήσουν.
Τα τσίπουρα τα βράζουν στο καζάνι της εκκλησίας. Κοντά στην Ακατνή τη βρύση, υπάρχει για τούτο ειδικό κτίσμα για το καζάνι..
Κάθε φθινόπωρο όταν αρχίζει το βράσιμο, στο οίκημα γίνεται ο χώρος συγκέντρωσης και αναφοράς. Το "ποιος βράζει τα τσίπουρά σήμερά;" είναι η πιο συχνή ερώτηση στο χωριό. Εκεί μαζεύονται πολλοί μαζί, ψήνουν, τρώνε, πίνουνε και τραγουδούνε. Ρέει άφθονο κρασί συνοδευόμενο από εξαίσιους μεζέδες (παϊδάκια, λουκάνικα, σουβλάκια, σαλάτες). Κανέναν δεν αφήνουν μόνο του να ξενυχτήσει. Αν τύχει και είστε στο χωριό εκείνη τη εποχή, περάστε ένα βράδυ από το καζάνι, όποιος και αν βράζει τα τσίπουρα, θα περάσετε πολύ καλά.
Το χωριό έχει αμπελώνες πριν από τον πόλεμο. Μια ολόκληρη περιοχή που ονομάζεται και Αμπέλια είναι ο κύριος χώρος των αμπελώνων. Παλιότερα οι Δελνιώτες έβαζαν χωριστό Δραγάτη (αγροφύλακα), τον οποίο πλήρωναν οι ίδιοι, για να φυλάει τα αμπέλια. Από τους πιο ξακουστούς δραγάτες για τα αμπέλια ήταν ο παππούς ο Κατσιούλης (Κωνσταντόπουλος Ιωάννης). Ήταν ο τρόμος και ο φόβος των παιδιών που τολμούσαν να πάνε να κλέψουνε σταφύλια. Το κλέψιμο ήταν ένα είδος αθλήματος την εποχή εκείνη.


Ο Συνεταιρισμός
Στο χωριό λειτουργούσε από πολύ παλιά συνεταιρισμός. Ο συνεταιρισμός είχε στην κατοχή του τις αποθήκες, τη ζυγαριά και το τυροκομείο. Συγκέντρωνε το στάρι και το κριθάρι από τους παραγωγούς και αναλάμβανε την πώλησή του. Διαπραγματευόταν την συνολική αγορά λιπασμάτων και πετύχαινε τιμές ικανοποιητικές για τους παραγωγούς. Διαπραγματεύονταν το γάλα και νοίκιαζε το τυροκομείο στους εμπόρους. Μέχρι ένα διάστημα παραλάμβανε το γάλα από τους παραγωγούς, το τυροκομούσε και το πουλούσε και αντίστοιχα με τα έσοδα μοίραζε στους παραγωγούς το ποσό που δικαιούνταν.
Τη δεκαετία του 1980 γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη αφού έγινε κέντρο συγκέντρωσης των προϊόντων όλης της περιοχής. Σήμερα τα κτίρια τα οποία είναι στην ιδιοκτησία του (αποθήκες, τυροκομείο) και η ζυγοπλάστιγγα, είναι εγκαταλειμμένα και αναξιοποίητα.

Το Τυροκομείο
Το τυροκομείο είναι το παλαιότερο και ομορφότερο κτίριο, από όσα είχε ο γεωργικός συνεταιρισμός στην κατοχή του. Χρησιμοποιήθηκε μέχρι τη δεκαετία του 1970, για να τυροκομείτε το γάλα των κτηνοτρόφων του χωριού είτε συνεταιριστικά, είτε από έμπορα.
Αργότερα έγινε ο χώρος συγκέντρωσης και διατήρησης του γάλατος. Σήμερα είναι εγκαταλειμμένο και το κτίριο αλλά και πολλά μηχανήματα τυροκομείου σκουριάζουν και σαπίζουν χωρίς κανείς να ενδιαφερθεί για την τύχη τους.

Ένα μουσείο κτηνοτροφίας και τυροκομίας έτοιμο, περιμένει την αξιοποίησή του.


Πνευματικά Δικαιώματα © 2007: Τάκης Παπαθανασίου Συνεργάτες: Κούτσιανος Αχιλλέας, Παπαθανασίου Τζίμης